Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Και περάσαν οι μέρες..

..Και εκείνη ήταν πάλι χαμένη.

  Μα, πάντα μπερδεμένη ήταν άλλωστε. Από τότε που θυμάται τον εαυτό της ήταν μπερδεμένη. Μπερδεμένη με τον εαυτό της, μπερδεμένη με εκείνον τον παλιό φίλο που ήξερε πως δεν θα συναντούσε ποτέ ξανά σε αυτόν τον κόσμο, μπερδεμένη με αυτούς τους δύο που πάλευε τόσο να τους αλλάξει μέσα στο κεφάλι της και να τους ονειρευτεί όπως εκείνη θα ήθελε να ήταν πλασμένοι, να την καταλάβαιναν, να την ένιωθαν, να την ήξεραν, να την συμβούλευαν, να την τιμωρούσαν πού και πού, να τους θαύμαζε.
  Πολλές φορές ήταν μπερδεμένη και με εκείνη την αδελφή ψυχή που είχε πλέον χαθεί, είχε αλλάξει κι αυτός, είχε γίνει άλλος. Το πρόσωπό του δεν ήταν το ίδιο πια, η φωνή του είχε αλλάξει, είχε γίνει πιο βραχνή, ο τρόπος που ντυνόταν και που έφτιαχνε τα μαλλιά του ήταν διαφορετικός. Το άρωμά του, το κούρεμά του, οι λέξεις που έβγαιναν απ' το στόμα του, οι απόψεις του, τα όνειρά του, τα ιδανικά του, οι σκέψεις του είχαν αλλάξει, ακόμη και τα συναισθήματά του για εκείνη και όλους τους υπόλοιπους πρώην φίλους του, μέχρι και το χρώμα των ματιών του.
  Δεν ήταν ο ίδιος. Δεν ήταν εκείνος ο φίλος στον οποίο έτρεχε κάθε φορά που τα μάτια της δεν έλεγαν να στεγνώσουν. Δεν ήταν πια και το ήξερε. Και της έλειπε. Και ακόμα της λείπει, το ξέρει κι εκείνος αλλά δεν τον νοιάζει πια. "Κάνω μια νέα αρχή και στη νέα μου ζωή δεν είσαι μέσα, λυπάμαι." Μη λυπάσαι, καλά θα είμαι, να είσαι κι εσύ, πάντα.
  Δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι που ήταν πάλι μπερδεμένη και χαμένη. Είχε ξεχάσει πώς ακούγεται το γέλιο της, το πραγματικό της γέλιο. Δεν ήξερε αν εκείνος ο ήχος έβγαινε από μέσα της-αν και πάντα ξεγελούσε τους υπόλοιπους με αυτό, ήταν η άμυνά της, μια επιφάνεια στην οποία είχε αρχίσει να ενσωματώνεται και αυτό το μισούσε.
  Ένιωθε πως αν φανερωνόταν ίσως όλοι εκείνοι που τώρα την αγαπούσαν, να απομακρύνονταν, να έφευγαν όπως οι προηγούμενοι, όπως όλοι, όπως θα έκανε ίσως κι εκείνη. Μα, δεν θα το άντεχε αυτό με τίποτα. Εκείνα τα άτομα ήταν ότι σημαντικότερο είχε στη ζωή της εκείνη τη στιγμή. Αυτές οι πολύχρωμες ψυχές που τους αποκαλούσε φίλους της και ομορφαίναν τις κενές μέρες της.
  Μπερδεμένη ήταν και με εκείνον. Δεν ήξερε τι ένιωθε γι αυτόν, μπορεί να μην ήταν τίποτα. Αλλά σίγουρα κάτι ζητούσε, απλά δεν είχε βρει τι ακριβώς ήταν αυτό. Πάντως, εκείνη τη βραδιά ήξερε τι ζητούσε. Ήθελε έστω για μια στιγμή το βλέμμα του να πέσει πάνω της και να τρυπήσει τη μάσκα που την πίεζε τόσο πολύ, να γευόταν για λίγο την αρμύρα από τον δικό της βυθό. Κι ας άφηνε τα κύματα να τον τραβήξουν στην επιφάνεια και να τον σύρουν στην ακτή την επόμενη στιγμή..
  Μόνο για μια στιγμή.. Αλλά ποιος θα της έλεγε πως δεν θα ερχόταν η μέρα που εκείνη θα ζητούσε κι άλλη μια τέτοια στιγμή; Κι άλλη.. κι άλλη.. κι άλλη.. Ίσως τελικά μέσα σε εκείνη τη βραδιά εκείνη να ζητούσε από εκείνον να την ερωτευτεί, για λίγο, μόνο για λίγο. Ίσως τελικά να προσπαθούσε να μην τον ερωτευτεί εκείνη. Μα κι αν δεν τα καταφέρει;;


And so, the rose had now the scent of him. And she couldn't think clearly.

2 σχόλια:

  1. Ρε. αλήθεια τώρα νομίζεις ότι οι "εκείνοι" θα φύγουν αν ξεφοβηθείς και τους δείξεις την πραγματική φακή? Αλήθεια το πιστεύεις?
    Οι δύο τελευταίες παράγραφοι δεν ξέρεις πόσο με εκφράζουν ή μάλλον ξέρεις. Όπως και ότι γράφεις για εκείνη, για την κοπέλα εκείνη, τη γνωστή άγνωστη, το τρίτο ενικό. Μ'αρέσει γιατί μου θυμίζει εσένα, με απωθεί γιατί μου θυμίζει εμένα και καταλαβαίνω πόσο με καταλαβαίνεις.
    Να είσαι εσύ κοριτσάκι.
    Και να γελάς όπως αυτή, η άγνωστη όμως, η καταχωνιασμένη κάπου.
    Όχι η γνωστή και ξένη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ίσως έχει ξανασυμβεί γι αυτό να το φοβάμαι τόσο!
    Οι δύο τελευταίες παράγραφοι είναι αυτές που με τρομάζουν περισσότερο.. Γιατί δεν ξέρω τι γίνεται..
    Πάντως μ'αρέσει που καταλαβαινόμαστε μακαρόνι^.^

    ΑπάντησηΔιαγραφή